Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Oι μαθητές του Β3 γράφουν το δικό τους τέλος σε διήγημα της Έλλης Αλεξίου

         ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                           «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

     Στη  διάρκεια  των  διακοπών  των  Χριστουγέννων    μαθητές   και  μαθήτριες  τoυ  Β3   ,   στο  πλαίσιο  της  εξάσκησής  τους  στην  παραγωγή  λόγου  και  τη  δημιουργική  γραφή , προσπάθησαν  να  δώσουν   ένα  διαφορετικό  τέλος  στο  διήγημα  της  Έλλης  Αλεξίου    με  τίτλο   Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν     από  το  σχολικό  εγχειρίδιο  των  Κειμένων  Νεοελληνικής  Λογοτεχνίας .
     Στα  κείμενα  που  αναρτήθηκαν  θα  διαβάσουμε  μικρότερες  ή  μεγαλύτερες  σε  έκταση  ιστορίες , άλλοτε  απαισιόδοξες , άλλοτε  αισιόδοξες  εκδοχές . Κάποιες  από  αυτές είναι  ρεαλιστικές , άλλες  πάλι  δεν  είναι   τόσο  αληθοφανείς . Σημασία  όμως  έχει  η  προσπάθεια  που  κατέβαλαν  τα  παιδιά . Κάποια  κείμενα  δεν  έχουν  αναρτηθεί  ολόκληρα  αλλά  έχουν  παραλειφθεί   κάποια   αποσπάσματα   .
Ζ.Π.

         ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                         «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

(….) Η  μητέρα  των  δυο  παιδιών , της  Αγγελικούλας  και  του  Πέτρου , πριν  φύγει  από  το  σπίτι  για τις εξωτερικές  εργασίες της  , τους  τόνισε  να  μην  ανοίξουν  την  πόρτα  σε  κανέναν για  όση  ώρα θα  έλειπε .
        Κάποια  στιγμή  το  κουδούνι  της  εξώπορτας  χτύπησε . Παρόλο  που  η  μητέρα  τους  τούς  είχε  πει  να  μην  ανοίξουν , τα  παιδιά  ξέχασαν  τη  συμβουλή  της  και  έτρεξαν  να  ανοίξουν . Προς  μεγάλη  τους  έκπληξη  ήταν  ένας  ζητιάνος , ένας  ανθρωπάκος  με  άσπρα  γένια  και  γεμάτος  ρυτίδες , σε  άθλια  κατάσταση . Τα  παιδιά  τον  λυπήθηκαν  και  τον  έβαλαν  μέσα  στο  σπίτι . Αμέσως  του  έδωσαν  να  φάει  και  ρούχα  , για  να  αλλάξει  τα  παλιά  κουρελιασμένα  ρούχα  του . Όταν  η  μητέρα  επέστρεψε  από  την  εργασία  της , αντικρίζοντας  τον  ξένο , κατάλαβε  ότι  αυτός  ο  άντρας   ήταν  ο  αγαπημένος  της  σύζυγος.  
     Τα  παιδιά  πέταξαν  από  τη  χαρά  τους που  μετά  από  τόσα  χρόνια  γύρισε  ο  πατέρας  τους  από  την  εξορία . Μπορεί  να  μην  απέκτησαν  βέβαια  εκείνο  το  σιδηρόδρομο , αλλά  πέρασαν  τα  πιο  ευτυχισμένα  Χριστούγεννα  μαζί  με  τον  αγαπημένο  τους  πατέρα .
ΓΙΩΡΓΟΣ    Ν.      



            ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                 «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

     (....)  Οι  μέρες πέρασαν , ώσπου  ήρθε  και  το  πρωί της  Πρωτοχρονιάς . Τα  παιδιά , η  Αγγελικούλα  και  ο Πέτρος , στέκονταν  στο  δρόμο  έξω  από  το  σπίτι  τους  περιμένοντας  το  μπαμπά  τους. Οι  ώρες  περνούσαν , μα  ο  πατέρας  ήταν  άφαντος .Κάποια  στιγμή  ένας  άντρας  μεγάλος  στην  ηλικία , γύρω  στα  πενήντα πέντε  πλησίασε  τα  παιδιά .
-           Εσείς  περιμένετε  τον  πατέρα  σας ;  , τους  ρώτησε .
-          Ναι , απάντησαν  τα  παιδιά .
-          Αυτό  είναι  για  σας . Γράμμα  από  τον  πατέρα  σας !  , είπε   και  απομακρύνθηκε.
   Το  γράμμα  ήταν  πράγματι  από  τον  πατέρα  τους . Τους  έγραφε ότι  είναι  καλά  εκεί  που  βρίσκεται  και  ότι  του  είναι  δύσκολο  να  γυρίσει  κοντά  τους  και  πως  , αν  το  έκανε , θα  κινδύνευαν  και  αυτοί . Τους  έγραφε  επίσης  ότι  τους  αγαπάει  και  ότι  αργά  ή  γρήγορα  θα  έβρισκε  τρόπο  να  τους  στείλει  χρήματα , για  να καλύψουν  τις  ανάγκες  τους.
   Όταν  η  μητέρα  διάβασε  το  γράμμα  , συγκινήθηκε . Σήκωσε  κάποια  στιγμή  το  κεφάλι  και  είδε  από  το  παράθυρο  του  σπιτιού  έναν  άντρα  να  χάνεται στη  στροφή  του αντικρινού   δρόμου .
-          Αυτός  ήταν  ο  πατέρα  σας , είπε  και  σκούπισε  τα  δάκρυά  της . Μην  ανησυχείτε , παιδιά , ο  μπαμπάς  σας  είναι καλά .
  Τον  σιδηρόδρομο  δεν  τον  απέκτησαν  βέβαια  ποτέ , αλλά  δεν  τους  ένοιαζε  πια .

ΠΟΠΗ   Π.  

              ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                           «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

     (...)  Την  παραμονή  της  Πρωτοχρονιάς  χτύπησε  η  εξώπορτα . Τρέχοντας  άνοιξε  η  Αγγελικούλα.
-          Γεια  σου  , Αγγελική , είπε  ο  άντρας  που  καθόταν έξω  από  την  πόρτα . Η  Αγγελικούλα  δε  μίλησε , παρά  μόνο  τον  κοιτούσε. Φορούσε  σκισμένα  ρούχα , ήταν  αξύριστος , αχτένιστος  και  δε  φορούσε  παπούτσια .
-          Μαμά !.....  φώναξε.
-          Τι  είναι , Αγγελικούλα ;
-          Ποιος  είναι  αυτός ;  ρώτησε  η  μικρή . Μήπως  είναι …..
-          Ναι , παιδί  μου , είπε  συγκινημένη  η  μητέρα . Είναι  ο  πατέρας  σου.
Εκείνο  το  βράδυ  η  οικογένεια  ήταν  και  πάλι  όλοι  μαζί . Τα  παιδιά  ήταν  πολύ  ευτυχισμένα  που  είδαν  το  μπαμπά  τους  και  που  θα  έμενε  μαζί  τους για πάντα . Άλλαξαν  χρόνο  μαζί  και  μετά  πήγαν  για  ύπνο .
   Το  πρωί , όταν  ξύπνησαν  βρήκαν  κάτω  από  το  δέντρο  δυο  τεράστια  δώρα . Ο  Πέτρος  και  η  Αγγελικούλα  έτρεξαν  να  τα  ανοίξουν . Το  ένα  ήταν  ο  σιδηρόδρομος (!!)  και  το  άλλο  μια  κούκλα  που  κουνούσε  τα  μάτια , τα  χέρια  και  τα  πόδια .
  Επιτέλους  είχαν  εκπληρωθεί  τα  όνειρά  τους . Ο  μπαμπάς  τους  γύρισε  από  την  εξορία  και  ο  Αη  Βασίλης  τους  έφερε  τα  δώρα  που  ήθελαν  και  που  η  μητέρα  τους  δε  μπορούσε  να  τους  τα  αγοράσει !
ΑΦΡΟΔΙΤΗ     Π


           ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                        «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

(…..) Περνούσαν  οι  μέρες  κι  ακόμα  να  φανεί  ο  πατέρας  των  παιδιών .  Ο  σιδηρόδρομος  δεν  υπήρχε  πια  στη  βιτρίνα . Τα  παιδιά  είχαν  απογοητευτεί  πολύ . Ακουγόταν  όμως  ότι  ένας ακριβώς  ίδιος  σιδηρόδρομος  αλλά  πιο  φθηνός  πωλούνταν  στα  μαγαζιά .
   Δυο  μέρες  μετά  την  Πρωτοχρονιά  που  το  κλίμα  ήταν  ακόμη  γιορτινό , τα  δυο  παιδιά , η  Αγγελικούλα  και  ο  Πέτρος  , είχαν  βγει  για  μια  βόλτα  , για  να  ξεχάσουν  όλα  τα  δυσάρεστα  που  είχαν  συμβεί  τον  τελευταίο  καιρό . Πέρασαν  και  από  το  μαγαζί  με  το  φθηνότερο  σιδηρόδρομο . Μόλις  τον  είδαν , ενθουσιάστηκαν  και  η  ψυχή  τους  γέμισε  πάλι  με  ελπίδες . Γύρισαν  σπίτι  τους  χαρούμενα . Ήθελαν  να  πουν  στη  μητέρα  τους  για  τον  καινούριο  σιδηρόδρομο .
  Τη  βρήκαν  στο  σπίτι  μαζί  με  έναν  κύριο που  δεν  τον  αναγνώρισαν. Δεν  τον  είχαν  δει  ποτέ  τους . Τους  έκανε  εντύπωση  ότι  είχε  έρθει  με  δώρα . (…..) .
-          Ποιο  είναι  το  όνομά  σας ; , ρώτησε  στην  αρχή  ο  Πέτρος .
-          ¨Στέλιος , του  απάντησε  εκείνος  χαμογελαστά.
-          Χάρηκα  πολύ . Από δω   είναι  η   αδερφή  μου , η  Αγγελική.
-          Γεια  σου , Αγγελικούλα , είπε  εκείνος .
   Κάθισαν  στη  συνέχεια  και  έφαγαν  για  μεσημέρι .Πρώτη  φορά  έτρωγαν  τόσο  πλούσιο  φαγητό . Αργότερα  τα  παιδιά  πήγαν  μια  βόλτα  . Πέρασαν  και  από  το  μαγαζί  με  το  σιδηρόδρομο , όμως  το  παιχνίδι  έλειπε . Μπήκαν  στο  μαγαζί , για  να  ρωτήσουν και  τους  είπαν ότι  είχε  πουληθεί  και  ότι  δε  θα  φέρουν  άλλο .
   Μετά  από  αυτό  η  Αγγελικούλα  κι  ο  Πέτρος γύρισαν  στο  σπίτι  τους  λυπημένοι .(…) Ήταν  έτοιμοι  να  βάλουν  τα  κλάματα . Όμως  ο  κ.  Στέλιος , για  να  τους  παρηγορήσει  , τους  είπε  να  ανοίξουν  τα  δώρα  που  τους  είχε  φέρει  αυτός . (…..) Σε  ένα  από αυτά  βρισκόταν  ο  σιδηρόδρομος (!) Τα  μάτια  των  παιδιών  έλαμψαν   από  ευτυχία . Τελικά  αυτός  είχε  αγοράσει  το  παιχνίδι  ! Τα  παιδιά  θυμήθηκαν τότε  τα  λόγια  της  μητέρας  τους , ότι  όταν  γυρίσει  ο  πατέρας  τους  από  την  εξορία  θα τους  γεμίσει  με  δώρα  , και  κατάλαβαν  ποιος  ήταν  αυτός  ο  κύριος .  (……) Έτρεξαν  πανευτυχείς  στην  αγκαλιά  του  και  του  ζήτησαν  να  τους  διηγηθεί  ιστορίες  από  την  εξορία . Κάθισαν  και  μιλούσαν  μέχρι  το  άλλο  πρωί .
  (…..)  Τελικά  ο  νέος  χρόνος  έφερε  πολλά  χαρμόσυνα  γεγονότα  σε  αυτήν  την  οικογένεια .
ΚΛΑΙΡΗ    Τ


         ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ               «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

  - Μα  του  χρόνου  , θα  δείτε , είπε  η  μαμά  στα  δυο  λυπημένα  παιδιά  της . Όλα  θα  έχουν  αλλάξει….. θα  έχουν  φύγει  οι  κακοί  ανθρώποι  και  οι  καλοί  μπαμπάδες  θα  μας  έχουν  έρθει , θα  έχουν  γεμίσει  τα  έρημα  , τα  ορφανεμένα  σπίτια  μας .. 
   Η  μαμά  στο  πίσω  μέρος  του  μυαλού  της  δεν  πίστευε  τα  λόγια  που  έλεγε  στα  μικρά  της  παιδιά . (……) Και  πολλοί  ήταν  αυτοί  που  δεν  κατάφεραν  να  επιστρέψουν  στα  σπίτια  τους  και  τις  οικογένειές  τους  από  την  εξορία .  Άλλοι  όμως  τα  κατάφεραν  και  γύρισαν  πίσω  περήφανοι (…) . Ένας  από  αυτούς  ήταν  και  ο  πατέρας  των  δυο  παιδιών  που γύρισε  πίσω  μετά  από  πολλούς  μήνες  εξορίας .
    Τα  παιδιά  του  δεν  τον  αναγνώρισαν  κατευθείαν  ούτε  βέβαια  και  ο  ίδιος . Με  τον  καιρό  όμως  έσμιξαν  και  πάλι , η  οικογένεια  ήταν  πολύ  δεμένη  και  δε  μάλωναν  ποτέ .
    Πέρασαν  έτσι  αρκετά  χρόνια .Τα  παιδιά  κατάφεραν  να  σπουδάσουν  και  να  κάνουν  δική  τους  οικογένεια  και  παιδιά .  Δυστυχώς  ο  πατέρας  μπλέχτηκε  και  πάλι  σε    επεισόδια  στην  Αθήνα  τον  καιρό  της  δικτατορίας  και  τον  εξόρισαν  σε  ένα  μακρινό  νησί  του  Αιγαίου . Η  οικογένεια  πέρασε  και  πάλι  δύσκολες  στιγμές. Η μητέρα  ήταν  τόσο  στενοχωρημένη  που  αρρώστησε  βαριά .  (…..) Από  ένα  γράμμα  άγνωστου  αποστολέα  έμαθαν  ότι ο  πατέρας  περνούσε  δύσκολα  και  σύντομα  θα  έφευγε  σε  κάποια  χώρα  του  εξωτερικού . Τα  χρόνια  πέρασαν  χωρίς  να  αλλάξει  κάτι  και  δεν  έμαθαν  ποτέ  ξανά  νέα  του .
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ  Π 


ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ              «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

 (….)  Τα  παιδιά  περίμεναν  με  ανυπομονησία  τον  πατέρα  τους , αλλά  ταυτόχρονα  ήταν  θλιμμένα  για  το  σιδηρόδρομο . Μετά  από  λίγες  μέρες  το  κατάστημα  παιχνιδιών  διοργάνωσε  μια  κλήρωση . Ο  μεγάλος  τυχερός  θα  κέρδιζε  το  σιδηρόδρομο  που  ήθελαν  όλα  τα  παιδιά . Ο  λαχνός  όμως κόστιζε  500  δραχμές , αλλά  ο  Πέτρος  και  η  Αγγελικούλα  δεν  είχαν  τόσα  χρήματα , για  να  τον  αγοράσουν . (….)
     Συνεννοήθηκαν  μεταξύ  τους  να  πάνε  να  ζητιανέψουν , γιατί  δεν  ήθελαν  να  το  μάθει  η  μητέρα  τους. (….) Τελικά  μάζεψαν  τα  χρήματα  που  τους  έλειπαν . Η  Αγγελικούλα  πήγε  και  πήρε  τον  τελευταίο  λαχνό  που  είχε  μείνει  στο  μαγαζί . Όταν  έδειξε  το  λαχνό  στον  Πέτρο , εκείνος  χάρηκε  πολύ. Ο  ένας  υποσχέθηκε  στον  άλλο  να  μην  πουν  τίποτε  στη  μητέρα  τους .
   (…)   Την  επόμενη  μέρα  τα  αδέρφια  πήγαν  στο  μαγαζί , για  να μάθουν  πότε  θα  γίνει  η  κλήρωση . Εκεί  συνάντησαν  κι άλλα  παιδιά . Άκουσαν  ότι  το  καθένα  είχε  πάρει  πάνω  από  δέκα  λαχνούς  και  λυπήθηκαν , γιατί  πίστεψαν  ότι  έχουν  ελάχιστες  πιθανότητες  να  κερδίσουν  το  σιδηρόδρομο  ,  που  τόσο  επιθυμούσαν .
  (….)    Τελικά  ο  Πέτρος  και  η  Αγγελικούλα  κέρδισαν  το  σιδηρόδρομο . Ο  Πέτρος  κυρίως  ήταν  πολύ  χαρούμενος  , αλλά  πήρε  διπλή  χαρά , μόλις  άνοιξε  το  γράμμα  που  βρήκε  έξω  από  το  φτωχικό  σπιτάκι  τους . Το  γράμμα  έγραφε  πως  ο  πατέρας  τους  θα  έπαιρνε  το  δρόμο  του  γυρισμού  λόγω  καλής  διαγωγής . μόλις  το  αγόρι  διάβασε  το  γράμμα , το  έδειξε  στην  Αγγελικούλα  και  τη  μητέρα  του .
      (…)  Τελικά  ο  πατέρας  των  παιδιών  γύρισε  . (…)  Έπιασε  δουλειά  σε  ένα  ξυλουργείο  με  καλό  μισθό  και  έτσι  μετακόμισαν  σε  ένα  καλύτερο  σπίτι .

ΔΗΜΗΤΡΗΣ    Σ  


          ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                        «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»
(.......)
-          Αν  ερχόταν  ο  μπαμπάς  από  την  εξορία , είπε  ο  Πέτρος , θα  μας  αγόραζε  το  σιδηρόδρομο .
  Εκείνη  τη  στιγμή  περνούσε  μπροστά  από  τα  δυο  παιδιά  ένας  γέρος. Φαινόταν  πολύ  κουρασμένος . Φορούσε  λερωμένα  ρούχα  και  σχισμένα  παπούτσια . Άκουσε  τη  συζήτηση  των  παιδιών  και  κάθισε  μαζί  τους . Αγκάλιασε  την  Αγγελικούλα  και  της  είπε :
-          Ποτέ  να  μην αφήνεις  τα  όνειρά   σου ! Κάποια  μέρα  θα  πραγματοποιηθούν .
   Τότε  ο  Πέτρος  τον  κοίταξε  στα  μάτια  και  εκείνος  τον  αγκάλιασε  και  άρχισε  να  κλαίει .
   Τα  δυο  αδέρφια  γύρισαν  στο  σπίτι  και  άρχισαν  να  συζητούν  για το  γέρο  που  είχαν  συναντήσει  τυχαία  στο  δρόμο . Ξαφνικά  χτύπησε  το  κουδούνι  και  είδαν  μπροστά  τους  τον  ίδιο  άντρα  αλλά  καλοντυμένο  και  με  μια  τεράστια  σακούλα  στο  χέρι . Πήρε  αγκαλιά  τα  δυο  παιδιά , τα  φίλησε  στο  μέτωπο  και  τους  είπε :
-          Το  όνειρο  έγινε  πραγματικότητα . Έχετε  ένα  πανέμορφο  δώρο  που  τόσο  λαχταρούσατε  και  τον  πατέρα  σας  στο  σπίτι .
    Τότε  η  Αγγελικούλα  κατάλαβε  ποιος  ήταν  αυτός  ο  άντρας  και  φώναξε  τη  μητέρα  της .Έζησαν  ευτυχισμένοι  για  πολλά  χρόνια .
 ΘΕΟΦΑΝΙΑ   Π


               ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                     «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»
     (......) Πέρασαν  οι  γιορτές  και  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν.  Ο  σιδηρόδρομος  δεν  είχε  αγοραστεί  ακόμη . Τα  παιδιά  ήταν  λυπημένα , αλλά  δεν  μπορούσαν  να  κάνουν  κι  αλλιώς . Δεν  είχαν  πολλά  χρήματα .  Όσο  ο  καιρός  περνούσε , τα  χρήματα  λιγόστευαν .
   Μια  μέρα  τα  δυο  αδέρφια  πέρασαν  από  το  μαγαζί  που  πουλούσε  το  σιδηρόδρομο. Ήταν  ακόμη  εκεί  , μόνο  που  είχαν  φέρει  κι  άλλα  παιχνίδια . Ήθελαν  τόσο  πολύ  να  τον  αγοράσουν !
-          Θα  μας  το  πάρει  ο  μπαμπάς , είπε  ο  Πέτρος , αλλά  η  Αγγελικούλα  δεν  απάντησε.
   Το  επόμενο  πρωί  η  μαμά  και  τα  δυο  παιδιά  κάθονταν  στο  σπίτι. Όταν  χτύπησε  το  κουδούνι , άνοιξε  ο  Πέτρος . Ήταν  ένας  κύριος  που  δεν  τον  ήξερε .
-          Μαμά !  , φώναξε .
    Η  μαμά  του , μόλις  είδε  τον  κύριο  ,  δεν  το  πίστευε ! Ήταν ό  άντρας  της . Τον  αγκάλιασε  αμέσως . Τότε  τα  παιδιά  κατάλαβαν  ποιος  ήταν  ο  άντρας  αυτός  και  έτρεξαν  στην  αγκαλιά  του . Ο  πατέρας  τους  είχε  γυρίσει ! Τα  παιδιά  δεν  ήθελαν  πια  να  αγοράσουν  το  σιδηρόδρομο  , γιατί  κατάλαβαν  ότι  ο  πατέρας  δεν  είχε  φέρει  λεφτά . Όμως  ήταν  ευτυχισμένα . Ο  σιδηρόδρομος  δεν  αγοράστηκε  ποτέ !  Όλη  η  οικογένεια  έζησε  ευτυχισμένη  για  πολλά  χρόνια .
ΕΜΙΓΚΕΝΑ    Τ


ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                        «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»
         (…..)  Κάποια μέρα όμως μια ευχάριστη έκπληξη περίμενε τα παιδιά. Δια μαγείας  εμφανίστηκε  μπροστά  τους  στο  δρόμο   ένας  άντρας ο όποιος ισχυρίστηκε  πως ήταν ο πατέρας τους  και  στη  συνέχεια  έφυγε , λέγοντας  ότι  θα  τα  συναντούσε  την  επόμενη  μέρα  στο  ίδιο  μέρος . Τα παιδιά όμως δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν αν αυτός ήταν ο πραγματικός τους στοργικός πατέρας. Δεν είπαν κάτι στην μητέρα τους  , διότι εάν αυτός ήταν ο αληθινός τους πατέρας , ήθελαν  να  της κάνουν  έκπληξη  .           
Προσπαθούσαν όλο τα βράδυ να βρουν κάτι το οποίο να τους επιβεβαίωνε πως αυτός ο άντρας ήταν ο πραγματικός τους πατέρας. Μια δυσάρεστη ανακάλυψη όμως βγήκε στο φως . Σηκώνοντας το στρώμα του  κρεβατιού  τους  βρήκαν μια φωτογραφία από κάτω. Ο άντρας ήταν ψηλός και κομψός και είχε ένα χαρακτηριστικό, μια ελιά στο δεξί φρύδι. Τα παιδιά την άλλη μέρα παρατήρησαν τον άντρα , όταν  αυτός  τα  συνάντησε  ξανά  στο  ίδιο  μέρος , αλλά  κατάλαβαν  ότι αυτός δεν ήταν ο πραγματικός τους μπαμπάς . Απλώς ήθελε  να  τους εξαπατήσει .
Τα παιδιά είπαν τα πάντα στην μητέρα τους. Εκείνη πήγε και κατήγγειλε τον άντρα στην αστυνομία. Τα παιδιά στεναχωρήθηκαν πολύ , αλλά στα επόμενα χρόνια δεν εξαπατηθήκαν ποτέ ξανά και ήταν έτοιμοι να παλέψουν σε κάθε δυσκολία της ζωής.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ   Σ  

        ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                     «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

    Κάποια  μέρα   , ο  μπαμπάς  του  Πέτρου  και  της  Αγγελικούλας  γύρισε  από  την  εξορία . Τα  παιδιά  φαντάστηκαν  ότι , αφού  επέστρεψε , θα  έχει  πολλά  χρήματα  , για  να  τους  αγοράσει  το  σιδηρόδρομο . Εκείνος  τους  άφησε  με  την  ελπίδα  ότι  θα  τους  αγοράσει  το  παιχνίδι  τον  επόμενο  μήνα , πράγμα  που  ήταν  όμως  απίθανο να  συμβεί .
      Τελικά , ο  ιδιοκτήτης  του  καταστήματος  με  τα  παιχνίδια  έκλεισε  το  μαγαζί  του , επειδή  δεν  είχε  πια  δουλειά . Έτσι  , λοιπόν , ο  μπαμπάς  και  η  μαμά  του  Πέτρου  και  της  Αγγελικούλας  σταμάτησαν  να  λένε  ψέματα  στα  παιδιά  τους  ότι  μια  μέρα  θα  τους  αγόραζαν  το  σιδηρόδρομο . Το  παιχνίδι  ξεχάστηκε  με  τον  καιρό  . Και  έζησαν  αυτοί  καλά  και  εμείς  καλύτερα .
ΧΡΙΣΤΙΝΑ     Χ  

ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                                  «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»
 
    (......)   Η Αγγελικούλα  και  ο  Πέτρος  ήταν  άτυχοι  αυτές  τις  γιορτές .  (…) Σημασία  όμως  έχει  ότι  δεν  το  έβαλαν  κάτω  ούτε  τα  παιδιά  ούτε  και  η  μητέρα  τους . Τα  παιδιά  ήταν  γεμάτα  αφέλεια , όπως  όλα  τα  παιδάκια .(…)
     Μια  μέρα , μάλιστα ,  ήρθε  γράμμα  από  την  εξορία . Έγραφε   ότι  ο  πατέρας  θα  γυρίσει. Το  γράμμα  αυτό  , όμως , δεν  το  είχε  γράψει  ο  πατέρας  των  παιδιών , αλλά  η  μητέρα , για  να  τα  εμψυχώσει , να  τα  γεμίσει  με  χαρά  . (….)
   Μετά  από  χρόνια  η  Αγγελική  σπούδασε  δημοσιογράφος  και  ο  Πέτρος  έγινε  πιλότος , αν  και  ήταν  φτωχοί . (…..) Καμιά  οικογένεια  δεν  πρέπει  να  υποχωρεί  στα  δύσκολα  ,  αλλά να  χαμογελούν  και  να  το  παλεύουν .

ΓΙANNHΣ     Π   

ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                                     «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

(….) Για  όλους  φέτος  ήταν  πολύ  στενόχωρες  οι  γιορτές , κυρίως  για  την  Αγγελικούλα  και  τον  Πέτρο , γιατί  ο  μπαμπάς  τους  δεν  επέστρεψε  από  την  εξορία  και  δεν  πήραν  το  σιδηρόδρομο .
      Εκείνες  τις  μέρες  έκανε  πολύ  κρύο  και  η  μητέρα  των  παιδιών  αρρώστησε . Μετά  από  λίγες  μέρες , αφού  δε  γινόταν  καλά , πήγε  στο  νοσοκομείο , όπου  και  πέθανε . Η  Αγγελικούλα  και ο  Πέτρος  πήγαν  σε  ένα  ορφανοτροφείο , χωρίς  να  το  θέλουν . Ήταν  πολύ  λυπημένοι .
      Στο  ορφανοτροφείο  τους  περίμεναν  δυο  κυρίες  με  ζεστό  φαί   και  ρούχα  . (….) Έπειτα  ανέβηκαν  στο  δωμάτιό  τους . Εκεί  ήταν  και  άλλα  παιδιά  που  γίνανε  φίλοι  τους. (…) Όταν  κατέβηκαν  κάτω ,  τους  περίμενε  μια  μεγάλη  έκπληξη . Κάτω  στο  σαλόνι  ήταν  ένας  ολοκαίνουργιος  σιδηρόδρομος  που  είχαν  αγοράσει  για  όλα  τα  παιδιά (…) Όλα  τα  παιδιά  ξετρελάθηκαν  με  αυτό  το  δώρο  και  ήταν  χαρούμενα . Η  Αγγελικούλα  και  ο  Πέτρος  είχαν  το  αγαπημένο  τους  παιχνίδι  , αν  και    η  μαμά  τους  δεν  ήταν  κοντά  τους . 
ΕΥΑ  ΛΟΥΝΑ    Σ

        ΕΝΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ  ΤΕΛΟΣ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΔΙΗΓΗΜΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ                                 «Όμως  ο  μπαμπάς  δεν  ερχόταν»

  (…) Τελικά  ο  πατέρας  έστειλε  ένα  γράμμα  στη  γυναίκα  του  και  τα  παιδιά  του . Το  γράμμα  έγραφε :
    « Αγαπητή  μου  οικογένεια , να  ξέρετε  ότι  σας  αγαπώ  πολύ  και  ότι  σας  έχω  συνέχεια  στην  καρδιά  μου . Σας  γράφω  αυτό  το  γράμμα , για  να  σας  πω  ότι οι  κακοί  άνθρωποι  υποχωρούν  σιγά  σιγά».
      Η  μητέρα  και  τα  παιδιά  χάρηκαν  πάρα  πολύ  που  θα ερχόταν  ο  μπαμπάς  ξανά  στο  σπίτι  τους  και  θα  ζούσαν  μια  καλή  ζωή . Αυτό  όμως  άργησε  να  γίνει  και  τα  παιδιά  λυπούνταν  όλο  και  περισσότερο  κάθε  μέρα  που  περνούσε . (………) Πέρασαν  πέντε  χρόνια  και  τότε  εμφανίστηκε  ο  πατέρας . (…)
  ΛΕΥΤΕΡΗΣ    Π



   


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου