Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

"Το ξύπνημα"
Άλλη μία μαθήτρια ,η Δήμητρα Μ.  του Β1 , έγραψε και μοιράζεται με μας την εργασία της με τίτλο "το ξύπνημα". Καλή ανάγνωση.

Ο Γρηγόρης χτύπησε δειλά δειλά την πόρτα στο γραφείο του προϊσταμένου. Πάντα τον φοβόταν τον κ. Ζαχαριάδη. Ήταν συνέχεια νευρικός, σαν να του έφταιγαν τα πάντα. Ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένος με τίποτα και κατσάδιαζε τους υπαλλήλους με το παραμικρό λάθος. Ο καημένος ο Γρηγόρης, μόλις τον ειδοποίησε η γραμματέας ότι τον ζήτησε ο κύριος γενικός, άρχισε να τρέμει και του πήρε κανά δεκάλεπτο να μαζέψει το κουράγιο και να συρθεί ως εκεί.
Μέσα από το γραφείο ακούστηκε κάτι που του Γρηγόρη του φάνηκε σαν μουγκρητό. Δεν ήταν άλλωστε λίγες οι φορές που ο γενικός είχε έρθει στα όνειρά του και τον είχε κυνηγήσει σαν μεγάλη αγριεμένη αρκούδα.  Πήρε μια βαθειά ανάσα και μπήκε μέσα. Το πολυτελές γραφείο ήταν λουσμένο από το φως του ανοιξιάτικου ήλιου που χυνόταν από το γυάλινο τοίχο πίσω από την βαριά δερμάτινη καρέκλα (τον θρόνο, θα ταίριαζε καλύτερα) του γενικού. Ο κ. Ζαχαριάδης σηκώθηκε όρθιος και είπε στο Γρηγόρη:
-          Καθίστε, κ. Αρνίδη. Υπάρχουν κάποια πράγματα για τα οποία πρέπει να συζητήσουμε.
-          Μμμ…μάλιστα, κ. γενικέ, ψιθύρισε ο Γρηγόρης και κατάχλωμος έπεσε στην καρέκλα που του έδειξε.
-          Πριν λίγο διάβαζα την αίτηση που κάνατε για αύξηση του μισθού σας λόγω του χρόνου που έχετε δουλέψει στην εταιρία.
Κρύος ιδρώτας έλουσε τον Γρηγόρη καθώς ο γενικός συνέχιζε βηματίζοντας πέρα δώθε μπροστά από το παράθυρο:
-          Στην επιστολή σας αναφέρετε ότι δουλεύετε μαζί μας δέκα χρόνια και άρα δικαιούστε μια αύξηση 50 ευρώ στον μηνιαίο μισθό σας, σωστά;
-          Μμμ…μάλιστα, κ. γενικέ. ξαναψιθύρισε ο Γρηγόρης.
-          Για να δούμε αν όσα λέτε ισχύουν επακριβώς… Λοιπόν, ξεκινήσατε να δουλεύετε εδώ στις 15 Νοεμβρίου, 2003, σωστά;
-          Μάλιστα, ψέλλισε.
-          Και σήμερα έχουμε 1 Νοεμβρίου, 2013, σωστά;
-          Μάλιστα.
-          Επομένως, δεν έχει συμπληρωθεί η δεκαετία, έτσι δεν είναι;
Ο Γρηγόρης σαστισμένος έμεινε να τον κοιτάει, ανήμπορος να απαντήσει. Ο γενικός κάθισε ξανά βαρύς στην καρέκλα του και πήρε μπροστά του ένα σημειωματάριο και με ένα χρυσό στυλό άρχισε να σημειώνει γοργά πάνω του.
-          Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αν υπολογίσουμε τα σαββατοκύριακα, τις αργίες και τις άδειες που έχετε πάρει συνολικά το διάστημα που εργάζεστε εδώ, κ. Αρνίδη, θα δείτε και μόνος σας ότι έχετε συμπληρώσει μόλις 6 χρόνια, 2 μήνες και 4 μέρες, αν υπολογίσουμε και τη σημερινή, σωστά;
Ο καημένος ο Γρηγόρης τα είχε εντελώς χαμένα. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του!
Απτόητος ο κ. γενικός κατακεραύνωσε με το βλέμμα του τον Γρηγόρη που ένιωθε τα μάγουλά του να φλογίζονται.
-          Υπάρχει και άλλο ένα θέμα που θα ήθελα να συζητήσουμε, κ. Αρνίδη, συνέχισε βλοσυρός ο γενικός.
Το σάστισμα του Γρηγόρη έγινε ακόμα μεγαλύτερο. Τι άλλο θα μπορούσε να τον θέλει;
-          Διάβασα το φάκελό σας και φαίνεται να έχετε κάνει 30 ώρες υπερωρίας αυτόν τον μήνα.
Ο Γρηγόρης ένιωσε δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια του. Μόλις είχε δει την αύξηση που περίμενε πως και πως για να μπορέσει να πιάσει ένα καλύτερο σπιτάκι, όχι μεγάλο, απλά με λιγότερη υγρασία και λίγο πιο ζεστό γιατί σ’ αυτό που έμενε τώρα υπήρχαν μέρες που τα χέρια του ξύλιαζαν και δεν μπορούσε να ζεσταθεί, να χάνεται μέσα από τα χέρια του και να γίνεται καπνός. Δεν θα άντεχε να μην πάρει και τις υπερωρίες του. Άλλωστε, ούτε καν είχε βάλει όλες τις ώρες που έμενε σχεδόν καθημερινά πίσω δουλεύοντας ακόμη κι όταν όλοι οι άλλοι είχαν φύγει από ώρες. Αν τις είχε βάλει όλες, σκέφτηκε πως δεν θα του έδιναν το αρκετά μεγάλο ποσό που μαζευόταν.
Ο κ. γενικός συνέχιζε:
-          Δε νομίζω πως έχετε υπολογίσει σωστά αυτές τις ώρες, κ. Αρνίδη. Αποκλείεται να έχετε προλάβει να κάνετε μέσα σε ένα μήνα τόσες πολλές υπερωρίες. Δε νομίζω ότι ξημεροβραδιάζεστε δα και στην εταιρία! Δεν είναι σωστό να προσπαθείτε να ξεγελάσετε την εταιρία για να πάρετε περισσότερα χρήματα από όσα σας αξίζουν για την εργασία σας, κ. Αρνίδη, έτσι δεν είναι; Δηλαδή, σα να μας λέτε ότι εργάζεστε πιο σκληρά κι από μένα που είμαι εδώ ανελλιπώς και καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να πάει μπροστά η επιχείρηση και να έχετε δουλειά όλοι εσείς , είπε και έγειρε πίσω στην καρέκλα- θρόνο κοιτώντας τον Γρηγόρη με υπεροπτικό ύφος και κουνώντας επιδεικτικά το χέρι του με το ολόχρυσο δαχτυλίδι και τα ασημένια μανικετόκουμπα.
Ε, αυτό πήγαινε πολύ! Το αίμα του Γρηγόρη ανέβηκε στο κεφάλι του και τα μάτια του θόλωσαν από την οργή που φούσκωσε μέσα του. Χωρίς να το καταλάβει σηκώθηκε όρθιος και γέρνοντας με αγριεμένο ύφος πάνω από το βαρύ δρύινο γραφείο κοίταξε κατάματα τον γενικό.
-          Όχι, κ. γενικέ. Δεν είναι έτσι. Δεν είναι καθόλου έτσι!!
-          Τι! Πως τολμάς!;, τα έχασε αυτή τη φορά ο γενικός.
Όμως ο Γρηγόρης είχε πάρει φόρα και δεν θα σταματούσε πια για τίποτα. Αρκετά είχε ανεχτεί τόσα χρόνια, δεν θα υποχωρούσε ξανά για κανένα λόγο. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε να χάσει και πολλά.
-          Όχι μόνο δουλεύω εδώ 10 ολόκληρα χρόνια, μιας και δούλεψα αρχικά για τρεις ολόκληρους μήνες, δοκιμαστικά υποτίθεται, για τους οποίους  ποτέ δεν πληρώθηκα, όχι μόνο έχω κόψει πολλές φορές την άδειά μου για να έρθω να κανονίσω κάποια παραγγελία που επείγει, αλλά και σχεδόν καθημερινά μένω πίσω δουλεύοντας τουλάχιστον δύο ώρες πέραν του ωραρίου μου!!
-          Πππ…  πώς τολμάς!; ψέλλισε αρχικά ο γενικός αλλά μετά σηκώθηκε όρθιος κατακόκκινος από το θυμό του. Θα σε απολύσω! απείλησε.
-          Να με απολύσετε, κ. γενικέ. Να με απολύσετε! Να πάρω και την αποζημίωση που προβλέπει ο νόμος και να βρω μιαν άλλη δουλειά, καλύτερη, όπου θα με εκτιμούν και δεν θα προσπαθούν να μου φάνε το δίκιο μου, βροντοφώναξε ο Γρηγόρης.
Ο καημένος ο κ. γενικός τα είχε εντελώς χαμένα. Είχε χάσει τη συνηθισμένη του σιγουριά, είχε χάσει και το χρώμα του και είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό να κοιτάει τον μέχρι πριν λίγο άβουλο υπάλληλο να μεταμορφώνεται σε έναν   τρομερό γίγαντα που ορθώνεται μπροστά του και τον απειλεί. Δεν μπορούσε να  αρθρώσει λέξη, καθώς ο άλλος συνέχιζε ατρόμητος και γεμάτος ειρωνεία:
-          Σας αποχαιρετώ, λοιπόν, κ. γενικέ, κι εσάς και την εταιρία σας και μην ανησυχείτε, θα περάσω αμέσως από το λογιστήριο να πάρω τη νόμιμη αποζημίωσή μου και θα φύγω από δω! Αντίο σας!, πέταξε και βγήκε από το γραφείο με ένα τεράστιο χαμόγελο ανακούφισης βροντώντας δυνατά την πόρτα πίσω του.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου